Η ΛΙΣΣΑΒΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ‘’ΣΤΟΥ ΔΙΑΟΛΟΥ ΤΗ ΜΑΝΑ’’ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΛΑΜΠΟ ΑΝΤΟΥΝΕΣ

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Χειρουργός, Διευθυντής ΕΣΥ, Πα.Γ.Ν.Η.

‘’…υπάρχουν ήττες που οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφώσουν, αν μη τι άλλο, σε νικηφόρες καταστροφές…’’
Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, Στου διαόλου τη μάνα

Ο πορτογάλος μυθιστοριογράφος Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, ανακάλυψε τη λογοτεχνική σταδιοδρομία, εμβολιάζοντας και φροντίζοντας καταβεβλημένους στρατιώτες, ξεγεννώντας εγκύους και φέρνοντας στον κόσμο ανύποπτα βρέφη, εκτελώντας παράλληλα άχαρους τραυματικούς ακρωτηριασμούς και φροντίζοντας για την περαιτέρω διάθεση και χειρισμό των πτωμάτων. Ο Αντούνες εκπαιδεύτηκε ως γιατρός, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, απεστάλη στην Αγκόλα, κοντά προς το τέλος ενός παντελώς εν τέλει ανώφελου πολέμου, κατά τον οποίο η πορτογαλική παραπαίουσα αυτοκρατορία προσπαθούσε απεγνωσμένα να διατηρήσει την αφρικανική αποικία της. Σε ένα αυτοσχέδιο στρατιωτικό ιατρείο και χειρουργείο, φρόντιζε τα μερικώς ή ολικώς ακρωτηριασμένα μέλη των στρατιωτών, ενώ ακριβώς δίπλα ο βοηθός του ζαλισμένος από το όλο μακάβριο τελετουργικό έστρεφε το κεφάλι του στην άλλη άκρη, διαβάζοντας δυνατά ταυτόχρονα κάποιες οδηγίες χειρουργικής φύσεως και σημασίας, επειδή η θέα του αίματος του προκαλούσε αβάσταχτη αποστροφή. Κάποιες άλλες στιγμές βοηθούσε ένα μάγο γιατρό, ο οποίος είχε την ευθύνη κάποιων τοκετών εκεί στη μακρινή Αγκόλα.

Σε μια συλλογή δοκιμίων και διηγημάτων που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα στα αγγλικά (Norton, 2009), μεταφρασμένη από τη Margaret Jull Costa, 320 σελίδων, με τίτλο “The Fat Man and Infinity: And other Writings”, θυμάται πως περνούσε ώρες που αγωνιζόταν να τραβήξει έξω τα μωρά από τις κοιλιές των μισοπεθαμένων μητέρων τους “και μερικές φορές τον βρήκε το φως της ημέρας κρατώντας στα χέρια του μια μικρή ζωή που έτρεμε, με τα δέντρα μάνγκο πάνω από το κεφάλι του και τους κυνοκέφαλους πιθήκους να κοιτάζουν γεμάτοι περιέργεια (…holding in my hands a small tremulous life, while mango trees rustled overhead and mandrills looked on…). Ένα έντονα αυτοβιογραφικό έργο που θυμίζει κάποιες φορές τα απομνημονεύματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και άλλες τον Παμούκ.

Η πρωτεύουσα της Πορτογαλίας είναι γεμάτη αγάλματα ηρώων της.

 Ο Αντούνες είναι κάτοχος του FIL, του λογοτεχνικού δηλαδή Βραβείου των Λατινογενών γλωσσών, το 2008, και φυσικά πασίγνωστος όχι μόνο στη χώρα του, με πολλά βιβλία στο βιογραφικό του. Σε αυτά ανάμεσα στο πυκνό ύφος των βιβλίων του, διαφαίνεται η όλη πορεία και μετάβασή του από έφηβο σε ενήλικα συγγραφέα, γιατί με λίγη τύχη, ένας μυθιστοριογράφος μπορεί να δημιουργήσει… μια νέα ζωή, αλλά είναι επίσης υποχρεωμένος να τιμήσει με τον τρόπο του και τις ζωές που δεν μπορούν να σωθούν. Επιστρέφοντας στη Λισσαβώνα μετά τον πόλεμο, ο Αντούνες εργαζόταν σε νοσοκομείο που νοσήλευε και αντιμετώπιζε παιδιά με κακοήθη νοσήματα. Η εμπειρία που από εκεί του προκάλεσε οργή και μεταφυσική αγωνία. Βρήκε απέναντί του ένα Θεό, ο οποίος επέτρεπε να εξελίσσονται τέτοιες καταστάσεις και μάλιστα σε μικρά παιδιά.

Ο Lobo Antunes δημοσίευσε τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα το 1979, κι από τότε αναρίθμητα άλλα που του χάρισαν ικανά ευρωπαϊκά βραβεία. Στην ελληνική γλώσσα εμφανίστηκε με το ‘’Εγχειρίδιο των Ιεροεξεταστών’’ (1998) και ακολούθησαν ‘’Η φυσική τάξη των πραγμάτων’’ (1998) και ‘’Το μεγαλείο της Πορτογαλίας’’ (2000), όλα αυτά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με τελευταίο το ‘’Στου διαόλου τη μάννα’’, το 2008, από τον Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρος. Στη διεθνή σκηνή ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες επισκιάζεται από τον Ζοζέ Σαραμάγκου, ο οποίος κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1998. Στο εσωτερικό όμως της χώρας τους έχουν τους δικούς τους, ο καθένας, φανατικούς οπαδούς. Οι κριτικοί ισχυρίζονται ότι ο Σαραμάγκου είναι ένας μάγος καλών προθέσεων, του οποίου οι μυθοπλασίες προσπαθούν να αναστείλουν την πραγματικότητα χαμογελώντας, ενώ ο Λόμπο Αντούνες είναι περισσότερο σαν ένας εξορκιστής, ο οποίος μάχεται μανιωδώς για να ξορκίσει το κακό και να θεραπεύσει το κοινωνικό σύνολο. Οι κοσμικές παραβολές του Σαραμάγκου τοποθετημένες ως επί το πλείστον σε ανώνυμες ή φανταστικές χώρες, εύκολα επιπλέουν μακριά στην καθολικότητα. Σε αντίθεση, ο Λόμπο Αντούνες παραμένει αθεράπευτα τοπικιστής και ανησυχεί για τις κληρονομικές ασθένειες της πορτογαλικής ιστορίας και την κατιούσα φορά του πολιτισμού της. Στοχεύει στο να αφυπνίσει εθνικές συνειδήσεις, θυμίζοντας στους πρόσφατα εξευρωπαϊσμένους και σχετικά ευημερούντες συμπατριώτες του ένα βρώμικο παρελθόν, μια ένοχη κληρονομιά, αυτή της δικτατορίας του António de Oliveira Salazar, ο οποίος κυβέρνησε η χώρα το διάστημα 1932-1968 και ταυτόχρονα την κτηνωδία του αποικιακού καθεστώτος του στην Αφρική. Σημειωτέον ότι οι Πορτογάλοι έχουν επίσημα επιλέξει να ξεχάσουν εκείνη την εποχή της ασφυκτικής καταπίεσης, όταν και η Καθολική Εκκλησία αγίαζε τις επιλογές του φασιστικού κράτους.

Το εσωτερικό του Κάστρου Σάου Ζόρζε

 Ο Αντούνες όμως προσβάλλει ασύστολα την ηθική δειλία εκείνων που ανέχτηκαν τις διώξεις ή συνεργάστηκαν με κάθε τρόπο με τη μυστική αστυνομία του Σαλαζάρ, αηδιασμένος από την πρόσφατη ευημερία και ηδονισμό της Πορτογαλίας. Ένα μυθιστόρημα σε γενικές γραμμές μας αποκαλύπτει πάντα τον κόσμο που εμφιλοχωρεί μέσα στο κεφάλι κάποιου άλλου, ενός συγγραφέα. Στην περίπτωση του Αντούνες, ο κόσμος αυτός είναι το μέγεθος μιας χώρας, μικρής και οριακής, ίσως, αλλά πλήρους φαυλότητας, όπως ακριβώς ένας γεμάτος πληγές και κακοφορμισμένα έλκη, υπερπλήρης θάλαμος νοσοκομείου.

Οι δυτικές συνοικίες της πόλης με τον Ατλαντικό Ωκεανό στο βάθος, όπως φαίνονται από ψηλά, το Καστέλου ντε Σάου Ζόρζε.

 Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες γεννήθηκε στη Λισσαβώνα το 1942 και ισχυρίζεται ότι αποφάσισε να γίνει συγγραφέας από την ηλικία των επτά ετών. Όταν όμως ήταν δέκα έξι ετών, ο πατέρας του τον έστειλε στην ιατρική σχολή, όπου και εκπαιδεύτηκε αργότερα ως ψυχίατρος. Η ιατρική και λογοτεχνική του σταδιοδρομία προχώρησαν παράλληλα, και μέχρι πρόσφατα εξακολουθούσε να διευθύνει μια γηριατρική κλινική της Λισσαβώνας. Κατά τη διάρκεια της ιατρικής εκπαίδευσής του, παρακολούθησε αυτό που αποκαλεί ‘’μάθημα στο νεκροτομείο”, και ότι έμαθε εκεί διαμόρφωσε τις συγγραφικές του μεθόδους. Σε ένα μυθιστόρημα, ένας χαρακτήρας αφηγείται έναν εφιάλτη με μια μεταθανάτια εξέταση του εαυτού του και ο Λόμπο Αντούνες καθιστά σαφές ότι αυτό είναι στοιχειώδες και αναπόφευκτο μέρος της λογοτεχνικής του, τουλάχιστον, δραστηριότητας. “Ποτέ δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας γυμνό, με τη μυρωδιά της φορμαλδεΰδης, ανάσκελα σε μια μαρμάρινη μπανιέρα περιμένοντας να κόψουν και να ανοίξουν τα πλευρά μας με ένα τεράστιο ψαλίδι”, λέει σε κάποια ανύποπτη στιγμή σε ένα δημοσιογράφο. ‘’Λίγοι από εμάς είναι αρκετά γενναίοι για να διασκεδάσουν με αυτή τη σκέψη’’! Το 2007, ο ίδιος υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για καρκίνο του εντέρου, και γνωρίζοντας πως το σώμα του θα κοπεί και θα ανοιχτεί, καταγράφει την εμπειρία του σε μια σειρά άρθρων. Γνωρίζοντας καλά τις πρακτικές αυτές, ανατριχιαστικές για τους περισσότερους, στα μυθιστορήματά του γράφει και διενεργεί αυτοψία που είναι τόσο προσωπική, όσο και πολιτική. Στα πρώτα βιβλία του φαίνεται ότι υπερτερούν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα οποία μάλλον ελαττώνονται προϊόντος του χρόνου. Σε κάποιο σημείο ο αφηγητής του οποίου το όνομα συμβαίνει να είναι το δικό του, προβληματίζεται για την αποτυχία του γάμου του και την ματαιότητα του έργου του στην ψυχιατρική. Παραδέχεται ο αφηγητής Λόμπο Αντούνες, ότι οι ασθενείς χρησιμεύουν στον μυθιστοριογράφο ως αντικείμενα εκμετάλλευσης, και ότι ένας ψυχίατρος είναι σε θέση να “ζει ανάμεσα από παραμορφωμένους άνδρες και να ψαρεύει ιδέες στα ενυδρεία του εγκεφάλου τους’’.

Στα μυθιστορήματα που ακολούθησαν, εκτείνεται πέραν της αυτοκάθαρσης, διερευνά τις αποτυχημένες ελπίδες της πρόσφατης ιστορίας της Πορτογαλίας και δίνει την εντύπωση ότι μια ολόκληρη κοινωνία βρίσκεται απέναντι σε κάποιο αναλυτή ή πνευματικό. Η λέξη fado που χρησιμοποιεί ως τίτλο σε ένα βιβλίο του (Fado Alexandrino, 1983) στα πορτογαλικά σημαίνει πεπρωμένο ή μοίρα και ονομάζεται εκείνο το είδος της μουσικής του ανάγεται στις πρώτες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα, αλλά σίγουρα έχει τις ρίζες του σε παλιότερες εποχές. Μουσική μελαγχολική, στίχοι που μιλάνε για θάλασσα και βεβαίως φτωχική ζωή. Η άλλη λέξη με την οποία συνδέονται τα fados, η ‘’saudade’’, αποτελεί ίσως μια από τις δυσκολότερες λέξεις προς μετάφραση. Παραπέμπει σε κάποιο είδος προσμονής, ένα μείγμα νοσταλγίας, λύπης, πόνου, ευτυχίας και αγάπης, με ρίζες που εντοπίζονται στη μουσική των σκλάβων της Αφρικής, στην παραδοσιακή μουσική των Πορτογάλων με ενσωματωμένες κάποιες αραβικές επιρροές. Έτσι η λέξη “fado” σε αυτόν τον τίτλο, μπορεί να παραπέμπει σε μαυροφορεμένες γυναίκες που τραγουδούν αυτό το ιδίωμα σε νυχτερινά κλαμπ της Λισσαβώνας με εκείνο το σάλι στο κεφάλι και έκδηλη τη δυστυχία στο πρόσωπο, αλλά σίγουρα υπονοεί πολύ περισσότερα. Ο τίτλος είναι η μουσική της ανήμπορης παραίτησης στη μοίρα, στο αναπόφευκτο πεπρωμένο. Εδώ οι τραγουδιστές είναι τέσσερις στρατιώτες που επιστρέφουν πίσω απογοητευμένοι, όπως κάποια στιγμή και ο ίδιος ο Λόμπο Αντούνες, από έναν αποικιακό πόλεμο, αυτή τη φορά στη Μοζαμβίκη και γίνονται μάρτυρες της επανάστασης του 1974, με την οποία ο στρατός ανέτρεψε αναίμακτα το ετοιμοθάνατο φασιστικό καθεστώς, μια ιεροτελεστία της άνοιξης, ένα καρναβάλι ανανέωσης, που γιορτάστηκε από τους στρατιώτες με κόκκινα γαρίφαλα χωμένα στις κάνες των όπλων τους. Αλλά, σύμφωνα με το μυθιστόρημα, η χαρά δεν κράτησε πολύ. Οι αριστεροί σκληροπυρηνικοί ανέλαβαν κάποια στιγμή τη διακυβέρνηση και φάνηκε ότι η Πορτογαλία οδηγείτο προς τον κομμουνισμό. Η ιδεολογία που επικρατούσε στο βάθος, όμως, ήταν ο άκρατος καταναλωτισμός. Οι ήρωες του Λόμπο Αντούνες παρακολουθούν ανήμποροι την κατάρρευση του έθνους τους από τον ιδεαλισμό στη μαλθακότητα, παραδομένοι σε έναν ανεξέλεγκτο κατήφορο που οδηγούσε σε μπαρ και οίκους ανοχής. Το μυθιστόρημα εκείνο καταλήγει απαισιόδοξα, ότι δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος για να σωθεί αυτή η κοινωνία!

 Ο καθεδρικός Ναός της πόλης.

 Οι μονόλογοι των μυθιστορημάτων του, επιτρέπουν στα άτομα να πουν τις ιστορίες τους, αν και με αυτό τον τρόπο τελικά διαβρώνουν τους δεσμούς της οικογένειας και της κοινότητας και στο τέλος οδηγούνται σε ένα είδος απομόνωσης και μοναξιάς. Σταδιακά και αργά όμως, στα άλλα βιβλία του ο Λόμπο Αντούνες επεκτείνει το εύρος των μονολόγων του στους τραβεστί των νυκτερινών κέντρων της Λισσαβώνας και ολόκληρο το σκοτεινό υπόκοσμο. Σίγουρα ο Λόμπο Αντούνες επηρεάστηκε τα μέγιστα από τον Φόκνερ. Οι μακάβριες αρκετές φορές αφηγήσεις του, συχνά ασχολούνται με ανυπόμονες παρατηρήσεις πτωμάτων και προβληματισμό στην περαιτέρω διάθεσή τους. Στο Auto dos Danados (1985), ένας πληγωμένος άντρας ακούει τους κληρονόμους του να καυγαδίζουν για την περιουσία μετά το θάνατό του. Στο ‘’Εγχειρίδιο των Ιεροεξεταστών’’ (O Manual dos Inquisidores , 1996), ο γιός ενός πρώην κραταιού υπουργού του Σαλαζάρ, καταθέτει πρώτος τη μαρτυρία του για τη ζωή δίπλα στον ιδιόρρυθμο πατέρα του. Τη μαρτυρία του θα τη συμπληρώσουν και θα την αντικρούσουν, δεκαοχτώ ακόμα πρόσωπα. Το καθένα από αυτά κρατά μυστικά ένα κομμάτι της.

Εσωτερικός διάδρομος του καθεδρικού ναού που οδηγεί στα παρεκκλήσια και κάποιες ανασκαφές και ανακαλύψεις.

 Άλλος θα προσπαθήσει να αποκρύψει πληροφορίες, ένας άλλος να εξωραΐσει το ρόλο του, όλοι όμως θα παραδοθούν στον αόρατο ιεροεξεταστή τους, το συγγραφέα του μυθιστορήματος, που θα τους αποσπάσει πληροφορίες για την προσωπική ζωή του καθενός αλλά και για την ιστορία της Πορτογαλίας τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η επιστροφή των Καραβελών (As Naus, 1988) πάλι, είναι άλλο ένα συναρπαστικό και εφευρετικό ταυτόχρονα βιβλίο του Λόμπο Αντούνες, που αναφέρεται στον εθνικό ποιητή της Πορτογαλίας, Luís de Camões, που έρχεται πίσω στην πατρίδα του από την Αφρική, τέσσερις αιώνες αργότερα, με ένα φέρετρο που περιέχει τον πατέρα του και βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά απίστευτων γραφειοκρατικών διαδικασιών. Οι καραβέλες που πήραν και μετέφεραν τους Πορτογάλους θαλασσοπόρους σε νέους κόσμους, επιστρέφουν φέρνοντας τα άθλια συντρίμμια της αυτοκρατορίας. Το βιβλίο κάνει τις εποχές να συγκρούονται και να διαπληκτίζονται σε ένα απέραντο κωμικό χάος. Η παλιά αναγεννημένη Πορτογαλία, καταρρέει στη ρυπαρότητα του παρόντος. Η Λισσαβώνα που ανακατασκευάστηκε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1755, είναι τώρα μια άμορφη και άχαρη μάζα του Τρίτου Κόσμου, με σωρούς σκουπιδιών, πληθώρα προσφύγων, πληροφοριοδοτών, λαθρεμπόρων και σμήνη τσιγγάνων που ζουν σε παραγκουπόλεις και τρέφονται με ψητές γάτες. Η κατάρρευση της πορτογαλικής ιστορίας στα βιβλία του Λόμπο Αντούνες απεικονίζεται τόσο πετυχημένα, αφού το μεγαλοπρεπές παρελθόν της χώρας, μπορεί κάποιος να το δει σε όλη τη Λισσαβώνα. Αγάλματα αμέτρητα πλοηγών και βασιλέων που οδήγησαν τις αποστολές τους σε ανεξερεύνητα και καινούργια μέρη, γεμίζουν σήμερα τον ορίζοντα της πόλης ετούτης, πάνω σε λαμπρά βάθρα.

Οι ανακαλύψεις δεν έχουν τέλος εδώ στα ενδότερα του καθεδρικού ναού, ο οποίος χτίστηκε πάνω σε ερείπια άλλων θρησκευτικών δομών.

 Οι Πορτογάλοι είναι περήφανοι για όλους αυτούς τους σεβάσμιους προγόνους τους, αλλά δεν μπορούν να κατανοήσουν το γεγονός πώς μια χώρα που υπολογιζόταν μία φορά στη Βραζιλία, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Γκόα και το Μακάο, ως απομακρυσμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας, να χάνει τελικά εδάφη, να υποχωρεί και να στριμώχνεται απελπισμένα στο άκρο της Ιβηρικής Χερσονήσου! Κι αν κάποτε γράφονταν περήφανα ποιητικά έπη όπως το “The Lusiads”, το οποίο τελειώνει με μια προφητεία για τη δόξα της Πορτογαλίας, οι συγγραφείς που έρχονται αιώνες αργότερα, αναγκάζονται να περιγράψουν μια επώδυνη κατάσταση σε μέτριες επικές παρωδίες. Και για να κάνουμε τα πράγματα ακόμα χειρότερα, η πόλη της Λισσαβώνας ισχυρίζεται ότι έχει μυθική προέλευση, αφού στις αρχέγονες πηγές ονομαζόταν Olissipo, προς τιμήν του Οδυσσέα, ο οποίος φέρεται να ίδρυσε την πόλη κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου ταξιδιού της επιστροφής του από την Τροία. Αλλά ενώ οι Δουβλινέζοι του Τζέιμς Τζόυς στον “Οδυσσέα” δεν γνωρίζουν ότι επαναλαμβάνουν το έπος του Ομήρου, έτσι ώστε να μην υποφέρουν από καμία αίσθηση συρρίκνωσης και ανεπάρκειας, οι Πορτογάλοι εξακολουθούν να χαιρετούν τους εαυτούς τους ως ήρωες των θαλασσών όταν τραγουδούν τον εθνικό ύμνο τους, ακόμη και αν τα ποντοπόρα κατορθώματά τους τώρα περιορίσθηκαν δραματικά και φυσικά δεν μπορούν να αποφύγουν εύκολα τις επώδυνες συγκρίσεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Το κτίριο του Μουσείου των φάντος.

 Τα ψηλά αγάλματα στις πλατείες της Λισσαβώνας αντιπροσωπεύουν την κρίση της ιστορίας της χώρας, κι ο Λόμπο Αντούνες οικτίρει τη στατικότητα των συμπατριωτών του και τους εκδικείται με κάποιο τρόπο αφού τους προτρέπει, δίνοντάς τους το δικαίωμα, να επανεξετάσουν το παρελθόν τους. Το άγαλμα του φωτισμένου αυτοκράτορα Marquês de Pombal, ο οποίος ξαναχτίστηκε τη Λισσαβώνα μετά το σεισμό, εποπτεύει ολάκαιρη την πόλη. Τα αγάλματα που καυχώνται για τις εξερευνήσεις και κατακτήσεις αναπροσανατολίζονται έξυπνα και χλευάζονται λόγω της αδυναμίας τους να διεισδύσουν και ταξιδέψουν στο χώρο. Ο Αντούνες βλέπει τις ανακαλύψεις της Πορτογαλίας ως κατορθώματα της ταχυδακτυλουργίας, παραπλανητικά τεχνάσματα, όπως αυτά που πραγματοποιούνται στα βιβλία ενός φαντασιόπληκτου συγγραφέα. Ο Σαραμάγκου πάλι έρχεται σε αντίθεση με αυτόν, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχουν άλλοι νέοι κόσμοι για να ανακαλυφτούν και μεταφέρει τη γεωγραφική περιπέτεια στη φαντασία, που δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθεί ότι η πραγματικότητα βρίσκεται πέρα μακριά στον ορίζοντα. Ο Σαραμάγκου προσπαθεί να ευχαριστήσει τους αναγνώστες του, αλλά ο Αντούνες ως γιατρός χρεώνεται με τη μετάδοση κακών ειδήσεων, διαγιγνώσκοντας τη νοσταλγική λαχτάρα για τον παράδεισο, ως νεύρωση. Οι χάρτες και η γεωγραφία της Πορτογαλίας για τον Αντούνες δεν είναι τίποτα διαφορετικό από την ανατομή ενός ασθενούς σε ένα χειρουργικό τραπέζι. Η χώρα του όπως λέει κάπου στριμώχνεται μεταξύ της Ισπανίας και του μεγάλου Ατλαντικού ωκεανού.

Στην ιεροτελεστία των φάντος, κάπου στη συνοικία του Μπάιρου Άλτου.

 Ο ανατολικός άνεμος κατά μήκος της ακτής ακούγεται σαν σφύριγμα αδύναμων ασθματικών παιδιών, τα ελικοειδή δρομάκια της μεσαιωνικής περιοχές της Λισσαβώνας θυμίζουν στον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες φυσήματα από ανευρύσματα ή διεσταλμένες αρτηρίες και η διακόσμηση των μνημείων της χώρας του με αντίγραφα από σχοινιά, άγκυρες, φύκια, τροπικά φυτά και σχετικά ενθύμια των εξερευνητών, ως εκσεσημασμένους κιρσούς κάτω άκρων. Η πρόθεσή του είναι να περιγράψει τα συμπτώματα και να κάνει επώδυνες προγνώσεις και όχι να δώσει στον αναγνώστη την αίσθηση της σωματικής ευεξίας.

Ο Πύργος του Μπελέμ. Από εδώ κοντά έφευγαν τα πλοία για τη μακρινή Αγκόλα.

 Σατιρικός σε πολλά σημεία όπως οι περισσότεροι γιατροί, δεν έχει κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσει κάποιες προσωπικές αποτυχίες ως ‘’θεραπευτής’’ των αναγνωστών του. Σε ένα σημείο επιτρέπει σε ένα ασθενή να του πει ‘’Θα ήταν καλύτερα να κλείσετε ένα ραντεβού με τον εαυτό σας, γιατρέ’’, και δέχεται τη συμβουλή τους ασθενούς του, αλλά η λίστα αναμονής είναι τόσο μεγάλη που θα πάρει πολλούς μήνες για να βρει το χρόνο για τη θεραπεία του εαυτού του. Ένας άλλος πάλι πρωταγωνιστής του Αντούνες, εξισώνει τους γιατρούς με εργολάβους κηδειών ή ταριχευτές. Για πολλούς γιατρούς υπάρχει κάτι παρήγορο στο θάνατο, κάτι σαν τελική επικύρωση, λέει, αφού οι νεκροί απολαμβάνουν την ακινησία του θανάτου και την αξιοπρεπή ησυχία τους. Ο θάνατος, όπως πάντα για τον Αντούνες, είναι η ζωή ακινητοποιημένη σε μια εικόνα και η μεταθανάτια αποσύνθεση του σώματος παράγει ποίηση ευαίσθητη και λεπτεπίλεπτη, όπως η δαντέλα ή ο ιστός της αράχνης.

Η θέα από τον Πύργο του Μπελέμ και κάποιες από τις πολεμίστρες που παραπέμπουν σε αλλοτινές εποχές.

 Το μνημείο των πορτογάλων θαλασσοπόρων στο στόμιο του λιμανιού.

 Στο βάθος η γνωστή γέφυρα της πόλης και ο Ατλαντικός Ωκεανός. Ο πρωταγωνιστής ενός άλλου βιβλίου του αναρωτιέται γιατί ‘’τίποτα σε αυτή τη χώρα δεν αλλάζει ποτέ’’! Οι εκτελεστές των φάντος παραφράζουν συχνά αυτή ακριβώς την καταγγελία σε άλλα βεβαίως πεδία, αλλά το στυλ του Αντούνες περιφρονεί γενικώς την στασιμότητα της κοινωνίας της πατρίδας του. ‘’Το μίσος είναι ζωτικής σημασίας για την καλή υγεία”, δηλώνει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο του Auto dos Danados (1985) και μπορεί ως ιατρική διάγνωση να φαίνεται αμφισβητήσιμη, αλλά στην περίπτωση του Αντούνες είναι η συνταγή μιας θεαματικής και υπερβολικής γραφής. Το μίσος στη στάση του γενικώς απέναντι στην Πορτογαλία, μπορεί βεβαίως να είναι ένα συνώνυμο της ανίατης αγάπης του γι αυτήν. Η ασταθής και τρικλίζουσα χώρα είναι υπόθεση και των συγγραφέων και ως γιατρός και συγγραφέας, ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες θεωρεί ότι έχει και μεγάλη προσωπική ευθύνη. Γιατί δεν θα μπορούσε να εγκαταλείψει έναν ασθενή ο οποίος βρίσκεται προκλητικά κοντά στο θάνατο, αν και ποτέ δεν υπήρξε αρκετά έτοιμος να πεθάνει στα τελευταία τετρακόσια χρόνια!

Το μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου.

 Σήμερα ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Πορτογαλίας και μια από τις σοβαρότερες λογοτεχνικές φωνές της ηπείρου μας. Το 1971, ο Πορτογάλος ψυχίατρος, βρέθηκε στην Αγκόλα υπηρετώντας τη θητεία του ως στρατιωτικός γιατρός. Οι εμπειρίες που αποκόμισε στη διάρκεια του αποικιακού εκείνου και άδικου πολέμου, αποτυπώνονται στα πρώτα μυθιστορήματα ενός πολύ πλούσιου έργου.

Το “Στου διαόλου τη μάνα” που εκδόθηκε στη χώρα του το 1979, ένα από τα πρώτα του βιβλία, είναι μια τολμηρή εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, ένας χειμαρρώδης και καταφανώς “μεθυσμένος” μονόλογος, με αποδέκτη μια άγνωστη γυναίκα που ο αφηγητής συναντά σε κάποιο από τα μπαρ που συχνάζει και μοιράζεται μαζί της τον εσαεί παρόντα εφιάλτη του πολέμου της Αγκόλας, με διάφορους τρόπους. Καθώς η νύχτα προχωρά ακάθεκτη και η χημεία του αλκοόλ μπερδεύει τα πράγματα και δημιουργεί τροποποιημένες αισθήσεις, επώδυνες αναμνήσεις, βιώματα και συμπεριφορές, η αφήγηση του βιβλίου γίνεται ολοένα πιο βίαιη και ποιητική ταυτόχρονα, διαλύοντας στην κυριολεξία τα όρια του χώρου και του χρόνου.

Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες αρκετά συχνά επισκέπτεται τους τάφους των μεγάλων ποιητών της πατρίδας του στο μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου.

 Ο τυχερός επισκέπτης αυτής της πόλης για να καταλάβει καλύτερα το βιβλίο του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες πρέπει να ακολουθήσει, ψυχή τε και σώματι, μια πορεία η οποία να διέρχεται από τα κυριότερα γεωγραφικά σημεία στα οποία αναφέρονται κάποιες περιγραφές, πραγματικές ή φανταστικές, του πρωταγωνιστή-αφηγητή του βιβλίου. Μια από τις γοητευτικότερες τέτοιες τοποθεσίες είναι αναμφισβήτητα το Κάστρο ή Καστέλου ντε Σάου Ζόρζε, ψηλά σε αυτόν τον πανέμορφο λόφο της Λισσαβώνας και ακόμα ο καθεδρικός ναός της πόλης Σε Κατέντραλ λίγο παρακάτω από αυτόν. Είναι από τα λίγα μεσαιωνικά μνημεία της πόλης ετούτης τα οποία αντιστάθηκαν σθεναρά στον ανελέητο σεισμό του 1775, ο οποίος γκρέμισε και κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά το μεγαλύτερο μέρος της. Η θέα από τα δύο αυτά καίρια σημεία της Πορτογαλικής πρωτεύουσας είναι σχεδόν καθηλωτική. Κι αν ακόμα είναι τυχερός θα παρατηρήσει πίσω από τον καθεδρικό ναό και το Museo do Teatro Romano, μια μικρή οδό, με το περίεργο όνομα Ρούα ντα Σαουντάντε (Rua da Saudade), η οποία μπορεί να μεταφρασθεί στη γλώσσα μας σε Οδό της Νοσταλγίας. Όλοι συμφωνούν όμως ότι είναι μια δύσκολη πορτογαλική λέξη, ενώ ακόμα δυσκολότερη είναι η ακριβής της μετάφραση.

 Το ακρωτήριο Κάμπου ντα Ρόκα, το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης. Από εδώ έφευγαν κάποτε οι μεγάλοι θαλασσοπόροι για ανακάλυψη νέων κόσμων.

 Ο όρος ‘’νοσταλγία’’ (Nostalgia, Nostalgie) επινοήθηκε το 1688 από τον Ελβετό Johannes Hofer (1669 – 1752) σε κάποια εργασία του. Ο Hofer εισήγαγε τον όρο “νοσταλγία” για μια κατάσταση γνωστή ως άλγος του νόστου, λόγω της συχνής εμφάνισής της στους Ελβετούς μισθοφόρους οι οποίοι στις πεδιάδες της Γαλλίας ή της Ιταλίας επιθυμούσαν σφόδρα να επιστρέψουν και να δουν τα ορεινά τοπία της χώρας τους. Τα συμπτώματα αυτής της περίεργης κατάστασης περιελάμβαναν, όπως τουλάχιστον πίστευαν τότε, λιποθυμία, υψηλό πυρετό, δυσπεψία, πόνο στο στομάχι και κάποιες φορές ακόμα και το θάνατο. Σήμερα μπορούμε με κάποια κατανόηση και ελευθεριότητα να ορίσουμε ως νοσταλγία στην ελληνική γλώσσα, ένα επώδυνο αίσθημα της μελαγχολίας που οφείλεται στην ανάμνηση ενός απολεσθέντος αντικειμένου ή τη θλιβερή ανάμνηση ή απουσία ενός αγαπημένου προσώπου. Το δύσκολο όμως στοιχείο των ορισμών αυτών είναι και η χρήση του όρου και για κάποιο μελλοντικό γεγονός, κατάσταση η οποία πράγματι μπερδεύει τους μη Πορτογάλους κι η νοσταλγία βρίσκεται πανταχού παρούσα στο βιβλίο του Λόμπο Αντούνες. Η θέα λοιπόν από εκεί πάνω αποζημιώνει όποιον αφιερώσει κάποιες ώρες και περπατήσει ξένοιαστος στα σοκάκια της παλιάς πόλης γύρω από το Κάστρο και τον Καθεδρικό Ναό. Στο βάθος προς τα δεξιά η συνοικία της Αλκάνταρα, φτωχή, προκλητική και άσχημη, η οποία βρίσκεται κοντά στην έξοδο του Τάγου στο Μεγάλο Ωκεανό, εκεί που ο Τάγος φαρδαίνει σταδιακά και γίνεται τελικά τίποτα και λίγο πιο κει ο αμυντικός Πύργος του Μπελέμ, Τόρε ντε Μπελέμ, των αρχών του δέκατου έκτου αιώνα, στο στόμιο κυριολεκτικά του λιμανιού, τοποθεσίες οι οποίες σίγουρα ήταν τα σημεία εκκίνησης των πλοίων τα οποία οδηγούσαν στην κόλαση της Αγκόλα. Κι ακόμα να φύγει αν μπορέσει λίγο μακρύτερα, ως την άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου, το ακρωτήριο Κάμπου ντα Ρόκα, το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης, με τις βραχώδεις απόκρημνες ακτές του, εκεί όπου ο μανιασμένος άνεμος του Ατλαντικού δέρνει αλύπητα τις ακτές, να παρατηρήσει τις μοναχικές σήμερα βίλες των πλουσίων με το μαύρο υπηρετικό προσωπικό από κάποιες πρώην αποικίες της χώρας τους που τριγυρίζουν ξένοι ουσιαστικά και μοναχοί κάποιες περίεργες ώρες που αφήνονται ελεύθεροι από τα αφεντικά τους, κι ακόμα τους υπέροχους φάρους που προειδοποιούν με το διακοπτόμενο φως τους ταξιδιώτες που έρχονται και πλησιάζουν κι όχι εκείνους που έφευγαν από τη χώρα τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70 για κάπου μακριά, σε ένα πόλεμο χωρίς τελικά αιτία, να ζήσει για λίγο την πολυτέλεια του τόπου πριν γυρίσει αργά το βράδυ στην πόλη και χαθεί σε κάποιο από τα δεκάδες μπαρ και νυχτερινά κέντρα με αντικειμενικό σκοπό την εκ του σύνεγγυς επαφή με τα μελαγχολικά φάντος. Αργά το βράδυ στο O Faia, στην οδό Rua da Barocca, ένα από τα μεγαλύτερα στέκια φάντος στο Μπάιρου Άλτου. Εκεί έμαθα ανάμεσα σε πολλά άλλα, πως πολλοί από τους στίχους των τραγουδιών της ερμηνεύτριας Katia Guerreiro, ανήκουν στον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες.

Πληροφοριακή πινακίδα για το σημείο του ακρωτηρίου.

 Έτσι παραφράζοντας ασυνείδητα τον Τζορτζ Όργουελ ότι το παρελθόν είναι πιο απρόβλεπτο από το μέλλον, ο αφηγητής θυμάται σε κάποιο χρόνο ότι μάλλον από εκεί έφυγε, όχι εθελοντικά αλλά επειδή έπρεπε να ‘’γίνει επιτέλους άντρας’’, για τη μακρινή Αγκόλα, σε ένα πλοίο γεμάτο φαντάρους, κι εκεί η φυλή του εμφανίστηκε στο λιμάνι και τον αποχαιρέτησε σύσσωμη μέσα σε μια έξαρση πατριωτικής θέρμης, παρέα με κάμποσους παπάδες οι οποίοι πάσχιζαν να βρουν μερικές βιβλικές αναφορές για να δικαιολογήσουν τις σφαγές αθώων κάτω στην Αφρική, ενώ στο κάτω μέρος, στα αμπάρια του πλοίου βρίσκονταν μεγάλα κασόνια με φέρετρα, κι όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν για ποιους προορίζονταν, μέχρι που διαπίστωσαν την αλήθεια και άρχισαν να φοβούνται το δικό τους θάνατο στα βιώματα των άλλων.

Προσπαθεί να καταλάβει παλινδρομώντας πίσω στο παρελθόν, ανήμπορος κάποιες φορές, γιατί οι γονείς του και γενικά όλο το εκπαιδευτικό σύστημα της πατρίδας του μέσα από το Έπος ‘’Λουσιάδες’’ (Os Lusiadas), του εθνικού τους ποιητή Λουίς ντε Καμόες, στο οποίο εξιστορείται αριστοτεχνικά η ανακάλυψη του θαλάσσιου δρόμου του Βάσκο ντα Γκάμα προς την Ινδία, του απέκρυπταν επιμελώς την ένατη από τις δέκα συνολικά ραψωδίες του έργου, αυτή δηλαδή που αναφέρεται στην ανταμοιβή των γενναίων θαλασσοπόρων για τις επικές ανακαλύψεις και την ανεκτίμητη προσφορά στην πατρίδα τους από την Αφροδίτη, η οποία τους επέτρεψε την παραμονή τους στη Νήσο των Ερώτων. Η θητεία του στα νοσοκομεία της εκστρατείας στη μαύρη ήπειρο, συναντάται αρκετά συχνά στις σελίδες του βιβλίου. Οι περιγραφές των τραυματισμένων στρατιωτών, οι εμβολιασμοί, η ελονοσία, το κινίνο, οι ακρωτηριασμοί των άκρων, κάποια έντερα πεταμένα έξω από τις κοιλιές των στρατιωτών, παρελαύνουν συχνότατα στα μάτια του αναγνώστη, με ιδεοληψίες από μεριάς του αφηγητή μήπως τελικά καταλήξει και αυτός όπως ο ατυχής αντιήρωας πρωταγωνιστής στο ‘’Κάτω από το ηφαίστειο’’, το μόνο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Μάλκολμ Λόουρι, μέσα σε έναν τάφο συντροφιά μόνο με ένα σκύλο πεταμένο αλύπητα δίπλα του. Νοσταλγία για τους οικείους του οι οποίοι επιθυμούσαν σφόδρα να δουν το γιό τους ως ικανό και υπεύθυνο υποκατάστατο του γιατρού του πίνακα του Ρέμπραντ ‘’Μάθημα Ανατομίας’’, καλοντυμένο και πετυχημένο επαγγελματικά. Ο μονόλογος συνεχίζεται ακάθεκτος με ιδέες περίεργες όπως την πιθανή δυσκολία ενσωμάτωσης στην κοινωνία της Λισσαβώνας όταν με το καλό επιστρέψουν αφού πιθανόν μετά από όλα εκείνα στην Αγκόλα, μάλλον θα χρειαζόταν μια ‘’επίπονη επανεκμάθηση ζωής’’, όπως οι ημιπληγικοί κινούν τα μέλη τους εκ νέου κάτω από τις εντολές των φυσιοθεραπευτών τους, ενώ δεν λείπουν οι ζηλοτυπίες και υποψίες μήπως στις σύντομες άδειες και επιστροφές στην πόλη του, συναντήσει τους ευτυχισμένους γείτονες και νοιώσει άβολα ή μήπως βρει κάποιες αλλαγές στο σπίτι, στα έπιπλα, στα μέλη που κατοικούν εκεί, εμφιλοχωρώντας η υποψία της πιθανής απόρριψης από τη σύζυγο, με έναν άλλο άντρα εγκαταστημένο εκεί. Στις σελίδες δεν ορρωδεί απέναντι σε κανένα. Πολιτικούς, παπάδες, επισκόπους, δικαστές, αστυνομικούς, χαφιέδες, κατεστημένο, όλους αυτούς και το σινάφι τους οι οποίοι ‘’…υπό τους ήχους ύμνων και λογυδρίων μας έδιωχναν προς τα πλοία του πολέμου και μας έστελναν στην Αφρική, μας έστελναν να πεθάνουμε στην Αφρική και έπλεκαν γύρω από εμάς δυσοίωνες βαμπιρικές μελοποιίες…’’.

Το βιβλίο του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, δεν μιλάει, αλλά ακούει τον αναγνώστη, ακόμα κι όταν βρίσκεται σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης στο σπίτι. Στις συνεντεύξεις του είναι κατηγορηματικός. Τα άτομα με κλίση προς τις δικτατορίες είναι οι διανοούμενοι, κι αφήνει την εξήγηση στον καθένα μας. Κατονομάζει την Αγκόλα ως το ‘’Βιετνάμ των φτωχών’’, ενώ αναφερόμενος στην ειδικότητα της Ψυχιατρικής περιορίζεται στο να πει ότι δεν του έδωσε τίποτα γιατί η έννοια του φυσιολογικού είναι γι αυτόν χωρίς αντίκρισμα. Τα τελευταία χρόνια μετά την περιπέτεια υγείας που πέρασε ελπίζει και εύχεται να του δοθεί λίγος χρόνος ζωής παραπάνω.

Υπογράφοντας τα βιβλία του σε βιβλιοπωλείο της Λισσαβώνας.

 Επί του παρόντος γυρίζει σε αγαπημένα στέκια της πόλης του, δίνει συνεντεύξεις, υπογράφει τα βιβλία του, επισκέπτεται τους τάφους των Βάσκο ντα Γκάμα και Λουίς ντε Καμόες στο Μοναστήρι του Αγίου Ιερώνυμου, συχνάζει σε κάποια αγαπημένα στέκια και μπαρ και επιστρέφοντας στο σπίτι του γράφει μέχρι τις πρωινές ώρες ακατάπαυστα. Τελικά φαίνεται ότι όλα βρίσκονται στη δύναμη της συνήθειας, της νοσταλγίας και των δακρύων!

Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών
Βελισάρη Κατερίνα: Αντόνιο Λόμπο Αντούνες. Το Βήμα. 15 Οκτωβρίου 2000.
Βιτρίνα: Στου διαόλου τη μάνα. Περιοδικό Index. Τεύχος 32. Ιούνιος 2009.
Δημητρούλια Τιτίκα: Οι δεσμεύσεις, εργαλείο δημιουργικότητας. Ο Ερβέ Λε Τελιέ, μέλος του εργαστηρίου λογοτεχνίας OULIPO μιλάει για τη δουλειά του δημοσιογράφου, την Ελλάδα, την Ευρώπη. Καθημερινή. 24 Ιουνίου 2012.
Και η διασταύρωση ψυχιατρικής, λογοτεχνίας και εθνικής παθογένειας. Τα Νέα. 16 Ιουνίου 2012.
Ματσούκας Κωνσταντίνος: Γελώντας μπροστά στην έλλειψη νοήματος. Ελευθεροτυπία. 23 Δεκεμβρίου 2009.
Ματσούκας Κωνσταντίνος: Το λαλέον τραύμα. Ελευθεροτυπία/Βιβλιοθήκη. Τεύχος 544. 13 Μαρτίου 2009.
Οι κεραίες της εποχής μας: Στο διαμέρισμα – βιβλιοθήκη του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες στη Λισαβόνα. Αφιέρωμα στον συγγραφέα που σκάλισε το ένοχο παρελθόν της Πορτογαλίας. Το Έθνος. 3 Ιουλίου 2012.
Οι ζωές τους ξεκλειδώνουν τα βιβλία τους. Τα Νέα. 1 Σεπτεμβρίου 2012.
Τσιριγώτη Αγγελική: Εφιάλτες εμφύλιου πολέμου. Περιοδικό ‘’(δε)κατα’’. Τεύχος 19. Φθινόπωρο 2009.
Παπαγιαννίδου Μαίρη: Αντόνιο Λόμπο Αντούνες. Το Βήμα. 29 Μαρτίου 1998.
Χαρτουλάρη Μικέλα: Το πορτογαλικό σχόλιο του Αντούνες. Τα Νέα. 16 Ιουνίου 2012.
Antonio Lobo Antunes: Στου διαόλου τη μάνα. Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. 2008. Αθήνα.
Conrad Peter: Doctor and Patient. A Portuguese novelist dissects his country. The New Yorker. May 4, 2009.
Tabucchi Antonio: Ταξίδια και άλλα ταξίδια. Μετάφραση από τα Ιταλικά: Ανταίος Χρυσοστομίδης. Εκδόσεις Άγρα. 2011. Αθήνα.
www.iatrikostypos.com



Σχολιάστε

— required *

— required *

*

code


ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Error, no group ID set! Check your syntax!